βραχυπότος

βρᾰχυ-πότος, ον,
A drinking little, Gal.17(1).755.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυπότος — βραχυπότος, ο (Α) αυτός που πίνει λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς + ποτος < ποτός < πίνω] (πρβλ. άποτος, ηδύποτος)] …   Dictionary of Greek

  • βραχυ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Πρώτο συνθετικό λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που δηλώνει: 1. Την σε όγκο, μήκος, έκταση ή ποσό βραχύτητα. Πρβλ. βραχυδάκτυλος, βραχυκέφαλος, βραχύπτερος, βραχυσκελής αρχ. βραχύλογος και βραχυλόγος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.